« Το ελπίζει ο Θεός πως τουλάχιστον μες  στους λυγμούς των ποιητών δε θα πάψει να υπάρχει ποτές ο παράδεισος»(Νικηφόρος Βρεττάκος)

Κι εκεί, στη χριστουγεννιάτικη παραζάλη της επιβαλλόμενης εξωστρέφειας μια παλιά ιστορία, ασπρόμαυρη, με μνήμες σκονισμένες, χτύπησε την πόρτα μου. Την υποδέχθηκα με χαρμολύπη και νοσταλγία. Καταδύομαι στο χρόνο βασανίζοντας τη μνήμη να θυμηθεί λεπτομέρειες  με επίγευση λουστραρισμένης μελαγχολίας.

«  Μαμά, τι είναι ‘’παραμεθόριο;’’» ρώτησε το κορίτσι.  « Μη φωνάζεις δυνατά. Έτσι λέγεται το χωριό γιατί είναι κοντά στα σύνορα», απάντησε η μητέρα της χαμηλόφωνα. Γύρισε και κοίταξε συνωμοτικά θαρρείς τον πατέρα. Ήταν ένα κορίτσι παχουλό, γύρω στα οχτώ, με κοντά μαύρα μαλλιά και μεγάλα καστανά μάτια. Παραμονή Χριστουγέννων ταξίδευαν  με το λεωφορείο  για το χωριό της μητέρας. Άφησε το βλέμμα της να εξερευνήσει  τους συνταξιδιώτες τους. Καθώς δεν είχε παιδική συντροφιά της άρεσε να φτιάχνει ιστορίες με το μυαλό της κοιτάζοντάς τους.  Ήταν γεμάτο το λεωφορείο με κλειστά τα παράθυρα λόγω ψύχους και μυρωδιά βενζίνης ανακατεμένη με μυρωδιές που αναδίδουν πολλοί άνθρωποι σε κλειστούς χώρους.  Άνθρωποι  λαϊκοί  οι περισσότεροι, με πρόωρα γκριζαρισμένα μαλλιά και  πρόσωπα σκαμμένα από τη βιοπάλη. Όταν έφτασαν στο κεφαλοχώρι είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Μολυβένιος ο ουρανός και το κρύο τσουχτερό. Απομακρύνθηκαν βιαστικά από το πρακτορείο κι ακολουθώντας ένα λασπωμένο μονοπάτι έφθασαν στο ξέφωτο όπου τους  περίμενε ο θείος, ο αδελφός της μητέρας της, με μια αυτοσχέδια άμαξα. Στην πραγματικότητα ήταν ένα κάρο που το έσερνε ο Κίτσος, το άλογο του θείου. Ο θείος Γιώργος, μελαχρινός και λιπόσαρκος κατέβηκε  να τους καλωσορίσει με πλατύ χαμόγελο κι ανοιχτή αγκαλιά.

Μετά από μιας ώρας και κάτι διαδρομή μέσα από χωματόδρομους γεμάτους λακκούβες, έφθασαν νύχτα πια, στο χωριό. Ήταν ένα από  τα βουνίσια χωριά που ήταν  σκαρφαλωμένα στις πλαγιές του βουνού κι όλα έμοιαζαν. Όμορφα αλλά φτωχά και μίζερα, αφημένα θαρρείς στην τύχη τους, ξεχασμένα. Ένα χωριό με λιγοστούς κατοίκους. Ότι όμως του έλειπε σε πολιτισμό και φροντίδα του περίσσευε σε αγάπη, φιλότιμο και φιλοξενία. Ήταν εκείνη η εποχή που  οι νέοι εγκατέλειπαν τα χωριά για να γίνουν μετανάστες στη Γερμανία ή ν’ αναζητήσουν στις πόλεις μια καλύτερη ζωή. Η κοινωνία ήταν συντηρητική και οι πολιτικές ηγεσίες συντηρούσαν τις πολιτικές αντιθέσεις με την αστυνομία, τον αστυφύλακα / χωροφύλακα  να πρωτοστατεί.  Όμως οι άνθρωποι του χωριού είχαν ανοιχτά τα σπίτια και τις καρδιές.  Πολυλογάδες και κουτσομπόληδες αλλά με μια αμεσότητα στη συμπεριφορά,  γνησιότητα, ειλικρίνεια και ζεστασιά. Τεμπέλικα διάβαιναν οι χειμώνες,  με τις  μέρες επίπεδες, ίδιες κι απαράλλαχτες και τα βράδια να κυλούν στην ηρεμία της βραδύτητας, με τις οικογένειες συγκεντρωμένες γύρω από το τζάκι να απολαμβάνουν τη θαλπωρή της φωτιάς  ανταλλάσσοντας ιστορίες από τα περασμένα.

Μέσα στη νύχτα έφτασαν στην αυλή του πατρικού της μάνας της κι αν και είχαν κουκουλωθεί με κουβέρτες ήταν ξεπαγιασμένοι. Ήταν η ‘’ άγια’’ νύχτα άφεγγη, με τον ουρανό σκοτεινό και χαμηλωμένο.  Ένας αγέρας παγωμένος κατρακυλούσε από τις πέτρες του βουνού κι έφερνε στο χωριό αλυχτίσματα σκυλιών μαζί με το παραπονεμένο τραγούδι της κουκουβάγιας. Πριν η εξώπορτα ανοίξει έριξε μια ματιά στο στερέωμα αναζητώντας το λαμπερό αστέρι. Όταν όμως αντίκρισε στο κεφαλόσκαλο την ανοιχτή αγκαλιά της θείας Σμαρώς, τα ξέχασε όλα. Η θεία, ψηλή και εύσωμη την έσφιξε στην αγκαλιά της, της έδωσε τρυφερά  φιλιά και την οδήγησε σ’ ένα μεγάλο τετράγωνο δωμάτιο στο ισόγειο, γεμάτο θαλπωρή. Στο τζάκι τα ξύλα έκαιγαν, τα κάστανα μύριζαν όμορφα και στη μέση το μεγάλο τραπέζι ήταν στρωμένο γιορταστικά.  Όλοι οι αγαπημένοι συγγενείς καθισμένοι γύρω  απ’ το τραπέζι  τους περίμεναν.

Ο πατέρας της κατάφερνε πάντα να είναι το κέντρο της προσοχής τους καθώς  κρεμόταν όλοι από τα χείλη του ακούγοντάς τον να  αφηγείται. Ήταν διανοούμενος που αν και γονατισμένος από τις εξορίες στα ξερονήσια  είχε διαβάσει τόσα πολλά βιβλία.  Πρέπει να την αγαπούσε ο πατέρας της, ήταν το μοναχοπαίδι του και μοιάζανε πολύ. Όμως η σκληρή ζωή του μαζί με τις δοκιμασίες και τις κακουχίες που πέρασε  τον είχαν κάνει απόλυτο και δεσποτικό. Εκείνο το βράδυ ήταν ιδιαίτερα ευδιάθετος και η μητέρα τον κοίταζε χαμογελαστή. Κάποια στιγμή, ύψωσε το ποτήρι του και είπε στην ομήγυρη: « Είμαι πολύ χαρούμενος απόψε γιατί απόκτησα σταθερή δουλειά. Η γυναίκα μου δεν θα ξαναδουλέψει σαν εργάτρια». Ένοιωσε την καρδιά της να χτυπά γρήγορα.  Την πλημμύρισαν κύματα χαράς.  Τον πατέρα της τον έδιωχναν από τις δουλειές. Όχι πως δεν είχε προσόντα.  Άκουγε τη μάνα της να λέει πως  δεν είχε ‘’χαρτιά κοινωνικών φρονημάτων’’. Δεν  καταλάβαινε ακριβώς τη σημασία,  τώρα όμως όλα αυτά τελείωσαν. Όταν ανέβηκε στο παγωμένο υπνοδωμάτιο παρά τη μεγάλη της κούραση ήταν αναστατωμένη.  Πατώντας στις μύτες των ποδιών  τράβηξε την κουρτίνα και κοιτάζοντας ψηλά στο σκοτεινό στερέωμα είδε το αστέρι κι ένοιωσε για μια στιγμή τη λάμψη του να την αγκαλιάζει.  Γυρίζοντας στο κρεβάτι ένοιωσε  το φως του  αστεριού μέσα της βαθιά. Ήταν το μεγαλύτερο δώρο!  Ο πατέρας της δεν θα ήταν πια στεναχωρημένος.  Καθώς την έπαιρνε ο ύπνος,  αποφάσισε να ξεχάσει πως την προηγούμενη μέρα ήταν το μοναδικό παιδί  που δεν  είχε ρόλο στο θεατρικό της Γέννησης του σχολείου και πως η δασκάλα την είχε κατατάξει στα ‘’ κουρασμένα’’ παιδιά της τάξης της.

Ανήμερα Χριστούγεννα, το παραμεθόριο χωριό  ήταν χιονισμένο. Νιφάδες αιθέριες στροβιλίζονταν τρελά  και έντυσαν στα λευκά  στέγες,  κήπους,  κυπαρίσσια και το καμπαναριό της εκκλησιάς. Ξυπνώντας εκείνο το πρωί κάτω από το κρεβάτι την περίμενε ένα ζευγάρι πανέμορφα μαύρα,  δερμάτινα μποτάκια. Δώρο του πατέρα. Η καμπάνα της εκκλησιάς χτυπούσε χαρμόσυνα. Ψαλμωδίες έρχονταν στ’ αυτιά της.

« Και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία….»