«Από τότε που κουράστηκα να ψάχνω έμαθα να βρίσκω. Κι από τότε που ο άνεμος μου εναντιώθηκε έμαθα να σαλπάρω με όλους τους ανέμους» (Νίτσε)

Σε βρήκε κι απόψε το απόβραδο στο ίδιο μέρος, το γνωστό. Εδώ που αποθέτεις σκέψεις και παραληρήματα. Κι είπες: «Πού είμαι; Ποια είμαι; Είναι εδώ οι δικές μου ρίζες; Ό,τι αγαπώ σκορπισμένο στους τέσσερις ανέμους. Τι είμαι αλήθεια; Ο καλός Σαμαρείτης ή ένας βλάκας και μισός;…». Τις παίρνει τις σκέψεις το αεράκι της θάλασσας και τις σκορπίζει. Στο βάθος του ορίζοντα ο ουρανός κι η θάλασσα ενώθηκαν. Δυο παιδάκια πετάνε πετραδάκια στη θάλασσα. Καμαρώνουν ποιανού το πετραδάκι θα πάει πιο μακριά. Καλαμάκι το λένε το λιμανάκι. Έτσι το λέγανε και τότε παλιά που ερχόσασταν παιδιά και κολυμπούσατε. Η θάλασσα δεν ήταν ιδιαίτερα καθαρή, αλλά εδώ φθάνατε από το κέντρο της πόλης με το λεωφορείο, τότε. Όλα ήταν αλλιώς.

Κοιτάζεις τα καράβια που κλυδωνίζονται νωχελικά στη μαρίνα. Καράβια αραγμένα σαν τα όνειρα που τρόμαξαν και κρύφτηκαν, σκέφτεσαι. Τρεις φίλοι τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους στο διπλανό ταβερνάκι. «Αχ ψεύτη κι άδικε ντουνιά, άναψες τον καημό μου….» τραγουδά παράφωνα, ο ένας μερακλωμένος και η μπάσα φωνή του μπερδεύεται με το φλοίσβο του σιγανού κύματος.

Αφήνεσαι. Κι οι σκόρπιες σκέψεις ταξιδεύουν με τον άνεμο. Το δάκρυ στέγνωσε εκεί στην άκρη του βλέμματος. Ένα κουτάβι έρημο χαϊδεύεται στα πόδια σου και σε κοιτά μ’ εκείνα τα μάτια τα εκφραστικά, σα να λέει: «Πώς τα κατάφερες έτσι; Χρειάστηκε κόπος; Σε τρόμαξε η ησυχία της κάμαρης με την απόλυτη τάξη και πήρες πάλι τους δρόμους». Κι όμως «όλες οι δυστυχίες του ανθρώπου απορρέουν απ’ την ανικανότητά του να καθίσει σ’ ένα δωμάτιο μόνος και σιωπηλός». Όμως εκείνος δεν θέλει ή φοβάται να κουβεντιάσει με τον «άγνωστο» εαυτό του, να τον αντιμετωπίσει, να τον γνωρίσει, να τον αγκαλιάσει. Κι εσύ, φαίνεται πως δεν τον ξέρεις καλά τον εαυτό σου.

Είναι αλήθεια πως μεγαλώνεις. Και όσο ο χρόνος διαβαίνει κάτι γίνεται στην ψυχή κι αρχίζεις ν’ απομακρύνεσαι από τα όνειρά σου. Θαρρείς ξεκινά ύπουλα ένα είδος παραίτησης και σιγά – σιγά χάνεσαι από τους φίλους και τους γνωστούς. Έπειτα, οι φίλοι γίνονται γνωστοί και οι γνωστοί ξένοι. Κι εσύ τρομάζεις στη σκέψη πως συνηθίζεις τη γκρίζα καθημερινότητα. Συνηθίζεις τη βραδύτητα που κινδυνεύει να γίνει αδράνεια και τούτο σου προκαλεί μια θυμωμένη θλίψη.

Άρχισες να αντιλαμβάνεσαι ότι η σχετικότητα δημιούργησε την επιδερμική μορφή των σχέσεων, αφήνοντάς μας ανικανοποίητους και ακάλυπτους, ενοχικούς και τραυματισμένους. Ο άνθρωπος, ον κοινωνικό από τη φύση του έχει την ανάγκη να σχετιστεί να νοιώσει την αγάπη, τον έρωτα, τη φιλία. Όμως συχνά νοιώθει προδομένος, όπως κι εσύ, όταν τις προσεγγίσεις του τις χαρακτηρίζει η σχετικότητα παρότι και το δικό του ενδιαφέρον για το συνάνθρωπο υπήρξε σχετικό. Η ψυχή μονάχα δίνει την εξιδανικευμένη μορφή των σχέσεων κάνοντας την αγάπη αληθινή, ιδανικό τον έρωτα, καθάρια τη φιλία. Κι ο καθένας θέλει απόλυτα ν’ αγαπηθεί, θέλει τη συναισθηματική καθαρότητα χωρίς όμως να σκέφτεται αν είναι έτοιμος ο ίδιος να την προσφέρει. Κι εσύ; Εσύ είσαι έτοιμη ή ακόμα σε κατευθύνει το ‘’εγώ’’ περιορίζοντας αυστηρά το συναίσθημά σου;, αναρωτιέσαι.

Κοιτάζεις θυμωμένη τον κόκκινο ορίζοντα του ανοιξιάτικου απόβραδου. Πρέπει να αντιδράσω, μονολογείς. Τίποτε δεν έχει χαθεί. Μπορεί μαζί με τους καιρούς που αλλάζουν, ν’ αλλάξαμε κι εμείς. Θα έρθω κοντά με τον εαυτό μου κι αυτός θα με στηρίξει. Μαζί του θα αναζητήσω τη συναισθηματική καθαρότητα για να συνεχίσω να χτίζω και να προχωρώ.

Κοιτάζεις πέρα αντίπερα κι αρχίζεις να χαμογελάς. Όσο βαδίζω στο μονοπάτι μου δε θα επιτρέψω τη θλίψη να αμβλύνει τις αισθήσεις μου προσκαλώντας τη μοναξιά στη ζωή μου, σκέφτεσαι. Δυο θαλασσοπούλια που κάνουν πιρουέτες στο κύμα σε προστάζουν να πετάξεις όλες τις άσχημες σκέψεις στη θάλασσα. Καθώς η ζωή είναι μια κίνηση διαρκής, μια σύγκρουση με το άγνωστο και το αναπάντεχο, σε προσκαλούν να ξεκινήσεις ξανά με στήριγμα εσένα και πυξίδα την ανθρωπιά, το φως της αγάπης και της προσφοράς.

ΒΣ