«Αν ποδοπατήσεις καποιανού τα γυαλιά, θύμησέ του πως καλά μπορεί να δει μονάχα με την καρδιά» (Αντουάν Εξυπερύ)

Σκέφτομαι πως είναι ένα μυστήριο οι σχέσεις γιατί καθώς δημιουργούνται ανάμεσα σε δυο άτομα, εξαρτώνται και από τα δύο, όπως είπε ο Όσσο. Η λέξη «σχέση» προέρχεται από την αρχαία λέξη «σχειν» και όταν μιλάμε για σχέση εννοούμε την αλληλεπίδραση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους, την συνύπαρξη και το μοίρασμα καταστάσεων, σκέψεων, στιγμών, γεγονότων. Η σχέση – φιλία, έρωτας, αγάπη, συντροφικότητα – στηρίζεται στην επικοινωνία και όταν χαρακτηρίζεται από κατανόηση, εμπιστοσύνη, σεβασμό, ειλικρίνεια και αγάπη θα οδηγήσει στην ψυχική πληρότητα. Μέσα από τη σχέση ένας καινούργιος κόσμος αναδύεται, ένα φαινόμενο – απλό αλλά και περίπλοκο – που θα τους αλλάξει και θα τους μεταμορφώσει. Κάθε άνθρωπος όμως έχει τον κόσμο του, με το δικό του παρελθόν και τη δική του πραγματικότητα. Η σχέση είναι μυστήριο γιατί τα άτομα πρέπει να πλησιάσουν μεταξύ τους, αληθινά και ουσιαστικά και απόλυτα!

Αυτά σκεφτόμουν, καθώς άκουγα με προσοχή την αφήγηση της φίλης. Λένε πως αν καταφέρεις να εκμυστηρευτείς αυτό που σε πόνεσε, το ξορκίζεις.

«…Αυτό θέλω μονάχα να σου πω. Πονάει πολύ ο έρωτας ακόμα κι αν είναι πλατωνικός, μονομερής, ανεκπλήρωτος. Ακόμα κι όταν είναι ανυπεράσπιστος πονάει, δεσμεύει, κυριεύει, αναστατώνει, επιτρέπει και αποτρέπει. Παραμένει όμως η ισχυρή δύναμη της ζωής. Η δύναμη που μάχεται στο χρόνο και στο θάνατο. Που καταλύει τα ‘’πρέπει’’ και τολμά να ‘’θέλει’’, να επιθυμεί.

Γιατί σου τα λέω όλα τούτα; Γιατί συνεχίζω να θυμάμαι εκείνη την κοινότυπη/βραχύβια ιστορία που γεννήθηκε στην οθόνη του υπολογιστή και ήταν γραφτό της να καταλήξει στον κάδο ανακύκλωσης; Το ξέρω πως ο χρόνος, πλάστης και χαλαστής, θα οδηγήσει τη μνήμη στη λήθη, θα ξεχαστούν τα λόγια, θα μείνουν μονάχα οι στίχοι εκείνων των τραγουδιών.

Επιστρέφω στο απόβραδο του περσινού Μάρτη, που εκείνος εισέβαλε απρόσμενα στο μικρόκοσμό μου. Δεν το κατάλαβα πως: «η Θεά τύχη ρίχνει τα ζάρια χωρίς να μας ρωτήσει αν θέλουμε να είμαστε στο παιγνίδι ή όχι». Είχαμε μπει στη φάση της παρατεινόμενης καραντίνας και του εγκλεισμού λόγω της φονικής πανδημίας. Κυρίαρχος ο φόβος. Όμως κυρίαρχη ήταν και η ανάγκη κοινωνικοποίησης. Έτσι, η ένταξη σε διαδικτυακή ομάδα παλιών συμφοιτητών μας έφερε κοντά. Συνάδελφος, ζωγράφος, συγγραφέας, blogger και μόνος στη ζωή όπως κι εγώ. είχε όλα τα προαπαιτούμενα για να ξεκινήσει μια στενότερη επικοινωνία μεταξύ μας. Θα ήταν ψέμα να πω ότι εντυπωσιάστηκα αμέσως. Όταν όμως μου έστειλε έναν πίνακα του με τη λεζάντα: «Εδώ δεν θα μας βρει ο κορωνοϊός», μαζί με τους στίχους του τραγουδιού των Water boys, «Fisherman’s blues», κέρδισε το ενδιαφέρον μου. Ακούγοντας το υπέροχο τραγούδι άρχισα να επιστρέφω κυριολεκτικά στα δεκάξι. Για μια στιγμή, ξέχασα τον όλεθρο, μπήκα στο blog του και είδα τα έργα του. Διάβασα ποιήματα, άκουσα τη φωνή του να απαγγέλλει. Εκείνη τη στιγμή κάτι υπερβατικό συνέβη. Είμαι ρομαντική, το ξέρω και δεν ντρέπομαι γι αυτό. Έγινε στενή η επικοινωνία μας, διακριτική κι ευγενική. Με μοίρασμα σκέψεων, αναμνήσεων και κειμένων. Έχοντας την ίδια φιλοσοφία κι ευαισθησία, ευγνωμονούσαμε την τύχη που μας αντάμωσε. Καθώς είναι γνώστης της ψαγμένης μουσικής, οι νύχτες μου γέμιζαν με τα τραγούδια που μου έστελνε. Κινιόμουν σε μια ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα περιμένοντας να διαβάσω ένα μήνυμα, μια σκέψη του. Άρχισα να θέλω, να επιθυμώ, να έχω συναισθήματα και να τρομάζω. Να νοιώθω ότι βρίσκομαι συναισθηματικά κοντά σ’ έναν άγνωστο/γνωστό, να πλησιάζω κι αυτός να χάνεται. Γιατί άρχισε να χάνεται. Κι εγώ να αδειάζω, να αμφιβάλλω, να συνεχίζω όμως να είμαι παρούσα και να το εκφράζω. Μέχρι που κατάλαβα ότι ήθελε αυτό το συναίσθημα – εγκεφαλικός έρωτας, παιγνίδι του μυαλού; – να μαραζώσει ανυπεράσπιστο. Έφυγε με το τραγούδι: « Lonely at the top», του Ράντι Νιούμαν. Χάθηκε σαν τον άνεμο, οριστικά και αμετάκλητα. Ήθελα να του πω, πως κανένας έρωτας δεν είναι λάθος. Ακόμα και ως ανυπεράσπιστος, είναι ανάγκη επιτακτική. Όταν απουσιάζει, το κενό του αναπληρώνει ο φόβος και η υπαρξιακή αγωνία, που συνεχώς πολλαπλασιάζονται. Άλλωστε όλα είναι μια στιγμή, που μας αφήνει ανεξίτηλα ίχνη. Θέλησα να διασχίσω το σύμπαν χωρίς λογική. Δεν μετανιώνω. Αυτή είναι η ζωή. Δεν το είπα, ούτε θα το μάθει ποτέ…».

«Εκείνοι που φέρνουν πόνο στην ψυχή και δάκρυα στα μάτια, καλά κάνουν και φεύγουν. Αγάπα τον εαυτό σου και θα βρεις τη σχέση που σου αξίζει», της είπα χτυπώντας την απαλά στην πλάτη. Όμως, αναρωτήθηκα μέσα μου: «Τι έφταιξε αλήθεια; Γιατί δυο άνθρωποι ανάλογης κουλτούρας, με κοινά ενδιαφέροντα, ειλικρίνεια, ευαισθησία, νοιάξιμο δεν κατάφεραν να προχωρήσουν;

Ο Όσσο λέει πως η αγάπη είναι σπάνιο λουλούδι. Οι περισσότεροι δημιουργούν επιδερμικές σχέσεις, δεν επιτρέπουν κανέναν να πλησιάσει τον πυρήνα τους γιατί φοβούνται την αληθινή σχέση/αγάπη. Ο εγωισμός είναι η πανοπλία τους. Φοβούνται να ανοιχτούν, να αφήσουν ελεύθερο τον εαυτό τους. «Όταν δεν φοβάσαι χάνει κι ο άλλος τον φόβο του. Ρίξε τους φόβους σου. Άνοιξε».

Στο νου μου έρχονται οι στίχοι εκείνου του υπέροχου τραγουδιού: « Μια αγάπη μικρή» Πίστεψα κι άφησα γι’ άλλη μια φορά/τη φωτιά της ψυχής να μ’ αγγίξει ξανά/με πράγματα, λόγια δικά μας μοναδικά /μιας αγάπης μικρής η βροχή ξεκινά/Μη σταματάς….