« Όσοι αγαπιούνται και νεκροί ποτέ τους δεν πεθαίνουν» (Γιάννης Ρίτσος – Επιτάφιος)

Στη μνήμη της

Ονειρεύτηκα πως ήμουν σε ένα ξωκλήσι.  Θαμπό ξημέρωμα, έμπαινε το πρώτο φως της μέρας απ’ τα μικρά/θολωτά παράθυρα. Δεν ήμουν μόνη. Αισθάνθηκα την αύρα σου, μύρισα την ευωδιά σου, ανακατεμένη με τη μυρωδιά του κεριού. «Μάνα», ήθελα να φωνάξω αλλά δεν ακουγόταν η φωνή μου. Άπλωσα τα χέρια, ένα αεράκι…. «Μαμά». Ξύπνησα.

Κοιτάζοντας τη ρόδινη αυγή απ’ το παράθυρο ψιθύρισα: «Μαμά μου αγαπημένη ήρθες να μου υπενθυμίσεις πως σήμερα είναι Ψυχοσάββατο». Γιατί κάθε χρόνο τέτοια μέρα τιμούσες τελετουργικά τους αγαπημένους σου, που έχουν αναχωρήσει. Άναψα το καντήλι μου. Δύο χρόνια πέρασαν κιόλας  από τη χιονισμένη μέρα εκείνου του Φλεβάρη,  που αναχώρησες  κι  εσύ αθόρυβα για «τη γειτονιά των αγγέλων».  Πόνεσα κι αναμετρήθηκα με την ψυχή μου. Τώρα υπάρχει το κενό μαζί με μια θλίψη γλυκιά γεμάτη θύμησες… Όμως τη μάνα είτε την έχεις είτε δεν την έχεις, θα είναι πάντα εκεί. Στην καρδιά σου!

Πόσο ζωντανό ήταν το όνειρο, σαν αληθινό.  Σε επισκέφτηκα στα κοιμητήρια και σου έφερα λουλούδια, τα τριαντάφυλλα τα αγαπημένα σου. Τώρα δεν θα μου πεις κρυφοχαμογελώντας: «Δεν ήταν ανάγκη». Τώρα το νοιώθω, βιώνοντας την απουσία σου πως: « κι ένα τέταρτο μητέρας αρκεί για δέκα ζωές και πάλι κάτι θα περισσέψει για να το φωνάξεις σε στιγμές μεγάλου κινδύνου ».

Αφήνω τη σκέψη μου να καταδυθεί στα παλιά. Προσκαλώ τις μνήμες, τις διπλοκλειδωμένες στα ερμάρια της ψυχής, απελευθερωμένες να χορέψουν. Ανατριχιάζω στη θύμηση. Ξαναγυρίζω στο μικρό ρετιρέ των παιδικών μου χρόνων, στην περιοχή του Διοικητηρίου. Ξαναγίνομαι εκείνο το μοναχικό, μοναχοπαίδι.  Κι ύστερα ο χρόνος αρχίζει να τρέχει, να τρέχει, χωρίς σταματημό.  Κι εσύ μητέρα, τόσο έξυπνη και δυναμική γυναίκα  να γίνεται μια ευάλωτη ηλικιωμένη. Αναρωτιόμουν τι είναι αυτό που κάνει τόσο αφελείς και ευκολόπιστους τους ανθρώπους όταν παίρνουν την κατηφόρα στο χρόνο. Φταίνε τα γεράματα με τη μοναξιά τους και όλα τα συνεπακόλουθα; Στη βραδινή καληνύχτα που αποτελούσε συνήθεια χρόνων, « Μαμά τι κάνεις;» σε ρωτούσα προσπαθώντας η φωνή μου να έχει τόνο ανάλαφρο. «Εδώ είμαι κόρη μου. Παρέα με την τηλεόραση», αποκρινόσουν.  «Μαμά να είσαι προσεχτική, να μην ανοίγεις την πόρτα του σπιτιού  σε αγνώστους». «Γέρασε πια η μάνα σου, παιδί μου».

Είχες περάσει βάσανα στα νιάτα σου, πίκρες, φτώχια κι ορφάνια που σε είχαν σκληρύνει. Τα συναισθήματά ήταν βαθιά κρυμμένα στην ψυχή σου, δεν ήξερες να τα εκφράζεις. Έτσι μ’ ανάθρεψες. Χωρίς γλυκόλογα περιττά κι αγκαλιές και χαϊδέματα.  Έπρεπε να με παραδώσεις σωστό άνθρωπο στην κοινωνία. Έπρεπε να σπουδάσω, να είμαι αυτόνομη κι ανεξάρτητη. Και τα κατάφερες! Τότε, χαμένη στα δικά μου προβλήματα ίσως εθελοτυφλούσα στο προφανές.  Ύστερα κατάλαβα πως τίποτε δεν είναι μόνιμο. Όταν με τα χρόνια άρχισες να χάνεις τη μνήμη και να καθηλώνεσαι αρχικά μέσα στο σπίτι  κι ύστερα κατάκοιτη σ’ ένα κρεβάτι, τότε κατάλαβα το πρόσκαιρο του βίου. Κατάλαβα πως τίποτε δεν είναι αυτονόητο. « Σ’ αγαπάω μάνα μου», σου ψιθύριζα στ’ αυτί,  κι εσύ  χαμογελούσες αχνά. Δεν μπορούσες να μιλήσεις καθαρά όμως προσπάθησες κι εσύ να πεις: « Σ’ αγαπώ». Θαρρείς και «όλη η αγάπη αρχίζει και τελειώνει εκεί».

Ο Κούντερα στην « Αθανασία» του έγραψε, πως οι αγαπημένοι μας, οι δικοί μας άνθρωποι όταν φεύγουν από τη ζωή, κερδίζουν μια « μικρή» αθανασία, μέσα στην καρδιά μας. Κάποιες  στιγμές  σαν να νοιώθω την ψυχή σου να πεταρίζει στην κάμαρη. Ψευδαίσθηση! Και  μονολογώ: « Σ’ αγαπάω πολύ. Είναι όμορφο μάνα μου να σε θυμάμαι ζωηρή και δυνατή και θέλω έτσι έρχεσαι στα όνειρά μου ». Κι ακόμη συμφωνώ με τον Oscar Wilde που έλεγε ότι : « Κάθε γυναίκα καταλήγει να είναι σαν τη μητέρα της ». ‘Ήμασταν τόσο διαφορετικές κι όμως καθώς μεγαλώνω πιστεύω πως σου μοιάζω.  Η απουσία είναι θλίψη, οι μνήμες πονάνε κι  αυτοί  που αγαπάμε « ζούνε» μέσα στην καρδιά μας βαθιά, ισόβια. Σα φυλαχτά, θαρρείς μας προστατεύουν.

25  Φεβρουαρίου 2020, ΒΣ