« Η παιδική ηλικία είναι το βασίλειο της δικαιοσύνης και της βαθειάς αγάπης »

(R.M.Rilke)

Η παιδική ηλικία αποτελεί την πιο όμορφη και συνάμα την πιο ευαίσθητη περίοδο της ζωής καθώς κατά τη διάρκειά της αναπτύσσεται και εξελίσσεται η προσωπικότητα των παιδιών. Έτσι, η ευτυχία, η προστασία και η ασφάλεια της παιδικής ηλικίας θεωρούνται κοινωνική προτεραιότητα και θεμέλιο ενός λειτουργικού κοινωνικού συστήματος. « Για το παιδί ο κόσμος εξακολουθεί να είναι το όμορφο δοχείο μέσα στο οποίο δεν χάνεται τίποτε. Και ότι φωτίστηκε μια φορά μέσα στην αγάπη, παραμένει εντός της σαν εικόνα και δεν πρόκειται να χαθεί ποτέ.. » έγραψε ο Rilke.

Τα παιδιά χρειάζονται ασφάλεια, προστασία, φροντίδα και αγάπη μέσα σε ένα υγιές οικογενειακό περιβάλλον. Όμως δυστυχώς σε όλον τον κόσμο υπάρχουν παιδιά που καλούνται να ωριμάσουν πρόωρα μέσα σε νοσηρό οικογενειακό περιβάλλον. Εκεί βιώνουν την βία είτε άμεσα ή έμμεσα.

Η ενδοοικογενειακή βία αναγνωρίζεται ως κοινωνικό φαινόμενο – διαχρονικό, διαταξικό και διαπολιτισμικό – με ανησυχητικές διαστάσεις και σοβαρές συνέπειες καθώς πλήττει όλα τα επίπεδα της ανθρώπινης υπόστασής του. Αποτελεί την κατάχρηση της δύναμης ( σωματικής, οικονομικής, κοινωνικής ) από τα ισχυρότερα προς τα αδύναμα μέλη της οικογένειας, με σκοπό τν επιβολή της θέλησής τους και τον περιορισμό της προσωπικής ελευθερίας των αδυνάτων. Αποτελεί ένα πρόβλημα που ταλανίζει τις κοινωνίες με θύματα κυρίως γυναίκες ( συζύγους/συντρόφους ) και κατ’ επέκταση παιδιά, θύματα ή μάρτυρες. Στην Ελλάδα, αναφέρονται πάνω από 13.000 περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας τα τελευταία τέσσερα χρόνια.

Η βία μέσα στην οικογένεια σαν κοινωνική πραγματικότητα κινήθηκε και δυστυχώς εξακολουθεί να κινείται μεταξύ σιωπής, ανοχής και συγκάλυψης. Η ενδοοικογενειακή βία σύμφωνα με την παραδοσιακή αντίληψη κινείται σε ένα πλαίσιο ιδιωτικότητας και δεν αποτελεί αφορμή για την παρέμβαση της πολιτείας. Είναι γεγονός ότι η άσκηση βίας, οποιασδήποτε μορφής, ήταν και παραμένει ένα από τα θέματα που μένουν κρυφά και πολλές φορές περνούν από γενιά σε γενιά σαν κληρονομιά που κανείς δεν θέλει αλλά αναγκάζεται να αποδεχθεί. Δυστυχώς, σαν κοινωνικό φαινόμενο, συμβαίνει μεταξύ όλων των ατόμων ανεξάρτητα από το μορφωτικό επίπεδο και την κοινωνικοοικονομική τάξη των θυτών ή των θυμάτων με σημαντικές επιπτώσεις στην οικογένεια, την κοινωνία και την ψυχική υγεία των παιδιών. Σήμερα η ενδοοικογενειακή βία αναγνωρίζεται ως ποινικό αδίκημα που τιμωρείται με την εφαρμογή εξειδικευμένου νομικού πλαισίου.

Αξίζει να αναφερθεί ότι η Ελλάδα ήταν από τα κράτη που καθυστέρησαν να υιοθετήσουν το απαραίτητο εξειδικευμένο πλαίσιο. Τούτο επετεύχθη μετά το 2006 (ν3.500, 2006) και με την συνειδητοποίηση ότι δεν μπορεί να υπάρξει ισότητα μεταξύ των δύο φύλλων αν δεν υπάρξει ουσιαστική προστασία γυναικών και παιδιών από την κακοποίηση.

Η κακοποίηση ενός παιδιού στα πλαίσια της ενδοοικογενειακής βίας περιλαμβάνει όλες τις μορφές της σωματικής ή συναισθηματικής κακής μεταχείρισης, σεξουαλικής παραβίασης, παραμέλησης ή εκμετάλλευσης που καταλήγει σε συγκεκριμένη ή εν δυνάμει βλάβη της υγείας, της ζωής και της αξιοπρέπειας του παιδιού.

Το « σύνδρομο του αμέτοχου θεατή » συμβαίνει όταν ένα παιδί θεωρείται μάρτυρας περιστατικού ενδοοικογενειακής βίας όπου παρακολουθεί από απόσταση και μπορεί να δει ή και να ακούσει τα όσα συμβαίνουν χωρίς το ίδιο να υφίσταται σωματικές κακώσεις. Η βία μεταξύ των συζύγων/γονέων είναι η χαρακτηριστικότερη μορφή αυτού του συνδρόμου. Σύμφωνα με τον Freud το ψυχικό τραύμα στα παιδιά μπορεί να δημιουργηθεί από ένα μόνο γεγονός ή από τη σταδιακή συσσώρευση τραυματικών γεγονότων. Η δευτερογενής θυματοποίηση επιτίθεται ύπουλα στα θεμέλια της ταυτότητας του παιδιού, απειλώντας την εσωτερική του συνοχή και διαταράσσοντας την αίσθηση ασφάλειας και εμπιστοσύνης του. Τα παιδιά αυτά διατρέχουν σοβαρό κίνδυνο για μακροχρόνια προβλήματα σωματικής και ψυχικής υγείας. Παρουσιάζουν σημαντικές δυσκολίες στην ανάπτυξη διαπροσωπικών σχέσεων, αντικοινωνικότητα με τάσεις παραβατικής συμπεριφοράς, αγχώδεις νευρώσεις και κατάθλιψη.

Για την αντιμετώπιση της παιδικής κακοποίησης απαιτείται διεπιστημονικότητα και διασυνδετική συνεργασία υπηρεσιών και επαγγελματιών. Εμπλεκόμενοι είναι: ιατροδικαστές, εισαγγελείς, αστυνομικοί, παιδίατροι, νοσηλευτές, ψυχολόγοι, παιδοψυχίατροι, κοινωνικοί λειτουργοί. Είναι υποχρέωση της δημόσιας υπηρεσίας που γνωρίζει, του γονέα ή συγγενή, φίλου, γείτονα, δάσκαλου να διαφυλάσσει ένα ασφαλές περιβάλλον για τα παιδιά απαλλαγμένο από κάθε μορφή βίας.

Ο Γιάνους Κόρτσακ, Πολωνός παιδίατρος, παιδαγωγός, συγγραφέας και κοινωνικός ακτιβιστής έγραψε για τα παιδιά: Λέτε: « Είναι κουραστικό να συναναστρέφεσαι παιδιά». Έχετε δίκιο. Προσθέτετε: « Γιατί πρέπει να κατεβείς στο επίπεδό τους, να χαμηλώσεις, να γίνεις μικρός». Εδώ σφάλλετε. Δεν είναι αυτό που κουράζει πιο πολύ. Φταίει μάλλον που είστε υποχρεωμένοι να φθάσετε στο ύψος των συναισθημάτων τους. Να τεντωθείτε, να μακρύνετε, να σηκωθείτε στις μύτες των ποδιών. Για να μην τα πληγώσετε.

ΒΣ